Κάθε μήνα φιλοξενούμε ένα πρόσωπο για να μας μιλήσει με τον τρόπο του για ένα ενδιαφέρον θέμα. Αυτόν τον μήνα  ο ποιητής Στρατής Πασχάλης  ανοίγει το παράθυρο του ποιητή και μας καλεί να δούμε με το βλέμμα του…

Άκουσε τον να απαγγέλει ποιήματά του στην ενότητα ΜΑΘΕ ΚΙ ΑΥΤΟ.

 
 

Από τον Στρατή Πασχάλη, ποιητή

Τα ποιήματα είναι τραγούδια και ζωγραφιές, κι ας είναι φτιαγμένα με λέξεις. Όταν διαβάζουμε ένα ποίημα κάνουμε ένα ταξίδι με τη φαντασία μας, χαιρόμαστε τη μουσική του, ονειρευόμαστε με ανοιχτά μάτια. Ένα ποίημα μας λέει ό,τι και ένα πεζό, αλλά μας το λέει πιο σύντομα. Με πιο λίγα λόγια, με γρήγορες εικόνες και ρυθμικές λέξεις. Για να μπορούμε να το μάθουμε απέξω και να το θυμόμαστε όταν θέλουμε να ξεφύγουμε από τα προβλήματα και να βρεθούμε στον κόσμο των ποιητών που είναι γεμάτος με ιδανικά και αλήθειες. Επίσης, όταν θέλουμε να το πούμε σαν μια παροιμία γιατί ταιριάζει σε αυτό που ζούμε και κρύβει ένα δίδαγμα που μας στηρίζει και μας βοηθά. Πολλά ποιήματα στην εποχή μας δεν μοιάζουν με τραγούδια όπως τα παλιά ποιήματα. Είναι γραμμένα πιο πολύ σαν πεζά. Περιέχουν πιο πολύ σκέψη, πιο πολύ εικόνες της πόλης και της καθημερινής ζωής. Γιατί μας μιλούν για τον σημερινό άνθρωπο και τις ανάγκες του. Αλλά κι αυτά έχουν μέσα τους κρυμμένη τη μουσική και το παραμύθι. Η ποίηση είναι η συντροφιά και η παρηγοριά του ανθρώπου. Γλυκαίνει την ψυχή μας και μας ταξιδεύει με έναν τρόπο που δεν είχαμε φανταστεί.

            Ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος-παιδί. «Παίζει» με τον λόγο. Παλιά «έπαιζε», φτιάχνοντας τραγούδια με λέξεις. Για τη φύση, για την αγάπη, για τις ιδέες. Σήμερα, έγινε ακόμα πιο παιδί. Αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του και τη γλώσσα του. Ενώνει τις λέξεις σα να συνθέτει φανταστικά παζλ. Λέει παράξενες ιστορίες σαν παραμύθια. Με καθημερινά λόγια και εκφράσεις δημιουργεί τη δική του πραγματικότητα και μας την προσφέρει σαν αίνιγμα που πρέπει να βρούμε τη λύση του. Για να έρθει σε επαφή μαζί μας και να μοιραστεί αυτό που νιώθει, αυτό που ζει, αυτό που πιστεύει μέσα από ένα παιχνίδι. Καθώς η σημερινή ζωή είναι γεμάτη μοναξιά και εμπόδια που μας απομονώνουν, ο ποιητής γράφει ένα ποίημα και μετά το δημοσιεύει ψάχνοντας να βρει συμπαίκτες. Όπως ο ναυαγός που κλείνει σ’ ένα μπουκάλι το μήνυμά του και το πετάει στη θάλασσα με την ελπίδα ότι κάποιος κάποτε θα το βρει, θα το διαβάσει και θα τον σώσει. Ψάχνει αναγνώστες που θα ’ναι πρόθυμοι να ξαναγίνουν παιδιά και να διαβάσουν ό,τι έχει γράψει σαν μια έξυπνη σπαζοκεφαλιά που μας προκαλεί να βρούμε τη λύση της. Ή σαν ένα βίντεο-γκέιμ που πρέπει να το χειριστούμε με κέφι και τόλμη, περνώντας  μέσα από μυστήριους δρόμους και λαβυρίνθους  για να φτάσουμε στη νίκη. Ή σαν μια μαγική εικόνα που μας προκαλεί να την κοιτάξουμε προσεκτικά για να ανακαλύψουμε τα μυστικά της.

            Γιατί η ποίηση να μας φοβίζει; Όσο πιο παιδιά είμαστε τόσο πιο εύκολα μπορούμε να την πλησιάσουμε. Οι παιδικές εικόνες δεν ακολουθούν τη λογική των μεγάλων.Παρουσιάζουν έναν άνθρωπο πιο ψηλό κι από ένα σπίτι. Έναν ήλιο καμωμένο με πράσινη μπογιά. Ένα λουλούδι με μάτια, μύτη και στόμα. Μια μπάλα ποδοσφαίρου ακίνητη στον αέρα. Έναν ήρωα  του παραμυθιού ν’ ανεβαίνει σε μια σκούπα και να χάνεται στον ουρανό λες και ταξιδεύει με αεροπλάνο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στα σύγχρονα ποιήματα. Όταν ο ποιητής λέει :

 

Μεγάλο καλοκαίρι από κιμωλία
Μεγάλο καλοκαίρι από φελλό
.....................................................
Των βράχων φυσαρμόνικες
.......................................................
Ξέρες περήφανες στις πετονιές του ήλιου.

( Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος )

 

                Τι κάνει ουσιαστικά ; Δημιουργεί με τα υλικά της πραγματικότητας μια άλλη πραγματικότητα φανταστική, που θυμίζει όνειρο ή παιδική ζωγραφική. Αντί να μιλήσει όπως οι λογικοί ενήλικες και να περιγράψει το καλοκαίρι στα ελληνικά νησιά λέγοντας «στις Κυκλάδες το καλοκαίρι διαρκεί πολύ – τα σπίτια είναι άσπρα σαν βαμμένα με κιμωλία – παντού είναι απλωμένα δίχτυα γεμάτα φελλούς – τα βράχια, όλο τρύπες και ζάρες, μοιάζουν με φυσαρμόνικες καθώς ο βοριάς περνάει από μέσα τους και βουίζει λες και τραγουδά – στις  ξέρες οι άνθρωποι ψαρεύουν με πετονιές που ο ήλιος τις κάνει να γυαλίζουν », γίνεται παιδί και μιλά παίζοντας με τις λέξεις, θέλοντας να μας κάνει να τα χάσουμε. Ακριβώς όπως και τα μικρά παιδιά που για να προκαλέσουν τους μεγάλους λένε τρελές κουταμάρες, μιλώντας με τον πιο απίθανο τρόπο. Κι αυτό γιατί; Γιατί έτσι νιώθει ελεύθερος και πλάθει έναν καινούργιο κόσμο, αποκλειστικά δικό του, έναν κόσμο μαγικό που μπορεί να προκαλέσει τους άλλους να τον προσέξουν, να τον γνωρίσουν, να τον νιώσουν, κι έτσι ν’ αποκτήσει φίλους. Φίλους που θα συνομιλούν μαζί του σιωπηλά διαβάζοντας τους στίχους που γράφει.

            Η ποίηση ξυπνά μέσα στον κάθε άνθρωπο το παιδί που υπήρξε. Άρα, τα παιδιά είναι πιο έτοιμα και πιο ανοιχτά να δεχτούν την ποίηση. Όχι σαν μάθημα ή σαν αναγκαστική άσκηση. Αλλά σαν ένα παράθυρο που βλέπει τον κόσμο αλλιώς. Που δείχνει τον κόσμο αλλιώς. Πιο κοντινό στον αθώο τρόπο που έχουν εκείνα να διαβάζουν και να εξηγούν τα πράγματα. Όταν ήμουν παιδί βαριόμουνα αφάνταστα την ποιήματα. Δεν έβρισκα τίποτε να μ’ ενδιαφέρει στα τραγουδάκια των παλιών ποιητών που μιλούσαν για ξωκλήσια, γυαλούς, λουλουδάκια. Αντίθετα, βυθίζομουνα για ώρες σε αφηγήσεις με περιπέτειες, σε βιβλία μυθολογίας, σε περιοδικά με ιστορίες από τα κινούμενα σχέδια. Καθώς τα θυμάμαι όλα αυτά τώρα που μεγάλωσα και που μπορώ να δω τον παιδικό εαυτό μου πιο καθαρά, μέσα σε όλα αυτά τα αναγνώσματα έβρισκα πιο πολύ την ποίηση, δηλαδή το ταξίδι σε φανταστικούς κόσμους, παρά στα βαρετά ποιηματάκια όπου έπρεπε να βρω τις ομοιοκαταληξίες, τα καλολογικά στοιχεία και να αναλύσω το κεντρικό νόημα. Όχι ότι τα παλιά ποιήματα δεν είχαν κι αυτά τη χάρη τους, όχι ότι τα θέματά τους δεν είχαν την δική τους μεγάλη αξία. Μόνο που αυτή η χάρη κι αυτή η αξία βρισκόταν αλλού. Στη μουσική τους και την απλότητά τους, στη μαστοριά και το μεγαλείο τους. Πόσες και πόσες φορές στις εθνικές εορτές δεν διδαχτήκαμε το γνωστό ποίημα του Διονυσίου Σολωμού

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
Περπατώντας η Δόξα μονάχη
Μελετά τα λαμπρά παλληκάρια
Και στην κόμη στεφάνι φορεί
Γεναμένο από λίγα χορτάρια
Που είχαν μείνει στην έρημη γη.

Δεν μπορούσα να καταλάβω ακόμα τη μεγάλη αξία αυτού του ποιήματος. Η Δόξα μετά από τη μάχη γυρνάει πάνω από τους σκοτωμένους ήρωες και τους παρατηρεί φορώντας ένα στεφάνι από ξερά χόρτα. Χρειάστηκαν χρόνια για να νιώσω ότι η ομορφιά του ποιήματος δεν βρισκόταν μόνο σε όσα άκουγα από τους καθηγητές μου για το θέμα του, αλλά και στο γεγονός ότι αυτός ο μεγάλος ποιητής με λίγα φτωχά μέσα (φτωχά και λιτά όπως και η Ελλάδα) μπόρεσε να πλάσει μια μεγαλειώδη σκηνή. Η ράχη είναι μαύρη, το στεφάνι ξερό, η Δόξα βουβή κι αμίλητη, και μόνο τα παλληκάρια ριγμένα στο χώμα λάμπουν γεμάτα φως, έστω κι αν δεν ζούν.

            Τελειώνοντας, θυμάμαι τα λόγια ενός σπουδαίου σύγχρονου ποιητή μας, του Γιώργου Σεφέρη, από μια ομιλία που έκανε κάποτε στους μαθητές ενός σχολείου: «Από την ανοιχτή πόρτα του μεγάλου γραφείου του Γυμνασιάρχη σας, είδα να περνά ορμητικά και να ξεχύνεται προς τα έξω ένας χείμαρρος παιδιά – με τα βιβλία και τους χαρτοφύλακες, με το κέφι, τη χαρά, με τη ζωντάνια. Ο ποιητής, συλλογίστηκα, όταν ξεκινά να γράψει ένα ποίημα, είναι σαν ένας μαθητής που αφήνει την τάξη για να βγει στο δρόμο, και κοιτάζει τα δέντρα , τον ήλιο τα πουλιά, τη θάλασσα, σα να είχαν βγει την ώρα εκείνη από τα χέρια του δημιουργού.» Την ίδια ξεγνιασιά θα έπρεπε να νιώθει κι αυτός που παίρνει να διαβάσει ένα ποίημα, θα πρόσθετα εγώ. Την ξεγνοιασιά και τη φρεσκάδα ενός παιδιού που βγαίνει για διάλειμμα, έτοιμο να ανακαλύψει έναν άλλο κόσμο – έναν κόσμο γεμάτο εκπλήξεις.

 

Διάβασε ολόκληρο το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη από τον Ήλιο τον Πρώτο

Διάβασε ολόκληρο το κείμενο Σημειώσεις για μια ομιλία σε παιδιά του Γιώργου Σεφέρη.