Στην ιταλική πόλη Ραβέννα βρίσκεται ένα ωραιότατο βυζαντινό ψηφιδωτό, στο οποίο παριστάνονται ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός και η σύζυγός του Θεοδώρα. Θα θαυμάσεις το σκίτσο του αν βάλεις στη σωστή θέση τα κομμάτια του! Μπορείς, αν θες, να το τυπώσεις και να το χρωματίσεις!

Διάβασε προσεκτικά το παρακάτω κείμενο για τους Ακρίτες και συμπλήρωσε τις λέξεις που λείπουν. Θα τις βρεις...ανακατεμένες σ’ αυτό το πινακάκι!

«Ήσαν δύο τινές παίδες πατρός ενός...». Κάπως έτσι ξεκινούσαν τα παραμύθια που έλεγαν οι βυζαντινοί. Τα αφηγούνταν κυρίως οι μητέρες, οι τροφοί και οι γιαγιάδες, για να ηρεμήσουν και να κοιμίσουν τα παιδιά. Πολλά βυζαντινά παραμύθια ήταν...«μεταμφιεσμένοι» αρχαίοι ελληνικοί μύθοι, ή μύθοι του Αισώπου διασκευασμένοι σύμφωνα με τη χριστιανική ηθική. Άλλα μιλούσαν για ανθρώπους που μεταμορφώνονταν σε άλογα, ή για ζώα, στοιχεία της φύσης, αλλά και άψυχα αντικείμενα, που -μυστήριο πώς- αποκτούσαν ανθρώπινη φωνή και συναισθήματα. Συνήθιζαν, επίσης, να διηγούνται αστείες και διδακτικές ιστορίες από τους Βίους των Αγίων και από την καθημερινή ζωή, γελοιοποιώντας ανθρώπινα πάθη και ελαττώματα, όπως την ψευτιά, την κλεψιά, τη φιλαργυρία, κ.ά…Σταδιακά έγιναν δημοφιλή τα παραμύθια για αντρειωμένα βασιλόπουλα και πεντάμορφες βασιλοπούλες, αλλά και για «κακούς» δράκους που προκαλούσαν καταστροφές και έβαζαν σε μπελάδες τους «καλούς» ήρωες. Ωστόσο «...μήτ’ εγώ ήμουν εκεί, μήτε σεις να το πιστέψετε!». Κάπως έτσι τελείωναν τα βυζαντινά παραμύθια.

Παρακάτω μπορείς να διαβάσεις ένα ακριτικό τραγούδι, την  ιστορία της Αντρειωμένης Λυγερής.

 

«Η Αντρειωμένη Λυγερή και ο Σαρακηνός

Κάπου πόλεμος γίνεται σ’ Ανατολή και Δύση,
και τό μαθε μια λυγερή και πάει να πολεμήση.
Αντρίκια ντύθη κι άλλαξε και παίρνει τ’ άρματά της.
Φίδια στρώνει το φάρο της κι οχιαίς τον καλλιγώνει,
και τους αστρίταις τους κακούς τους βάνει φτερνιστήρια,
Φτερνιά δίνει του μαύρου της, πάει σαράντα μίλια,
κι άλλη ματαδευτέρωσε στον πόλεμον εμπήκε.
'Σ τά μπα της στράταις έκανε, 'ς τά βγα της μονοπάτια,
'ς τάλλο της στριφογύρισμα, έσπασε το λουρί της,
φανήκαν τα χρυσόμηλα, τα λινοσκεπασμένα.

Σαρακηνός την αγνατά ναπό ψηλή ραχούλα.
"Παιδιά, και μη δειλιάσετε, παιδιά, μη φοβηθήτε.
Γυναίκειος είν' ο πόλεμος, νυφαδιακός ο κούρσος!"
Κ' η λυγερή όντας τ' άκουσε 'ς τον Άη Γιώργη τρέχει.
"Αφέντη μου άη Γιώργη μου, χώσε με το κοράσιο,
να κάμω τά μπα σου χρυσά και τά βγα σου ασημένια,
και τα ξυλοκεράμιδα ούλο μαργατιτάρι."
Εσκίσανε τα μάρμαρα κι εμπήκε η κόρη μέσα.

Σαρακηνός να κι έφτασε κοντά 'ς τον άη Γιώργη.
"Άγιε μου Γιώργη χριστιανέ, φανέρωσε την κόρη,
να βαφτιστώ 'ς τη χάρη σου εγώ και το παιδί μου,
εμέ να βγάλουν Κωσταντή και το παιδί μου Γιάννη."

Ανοίξανε τα μάρμαρα κι εφάνηκεν η κόρη».


Γράψε κι εσύ ένα βυζαντινό παραμύθι ή τραγούδι χρησιμοποιώντας, αν θέλεις, τις λέξεις-κλειδιά:
Ακρίτας, Σαρακηνοί, Λυγερή, άτι, αγριελιά, παγίδα, θησαυρός, ψηφιδωτό, αυτοκράτορας, Κωνσταντινούπολη.
Μπορείς να το παίξεις σε θεατρική παράσταση με τους φίλους σου, ή να λάβεις μέρος με αυτό στο διαγωνισμό του μήνα του Μικρού Αναγνώστη!