Διάβασε ενδιαφέρουσες ιστορίες από τα παιδικά χρόνια γνωστών Ελλήνων ποιητών…

Εικόνα:ΣολωμόςΣτον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό, όταν ήταν μικρό παιδί, στη Ζάκυνθο, άρεσε πολύ να πηγαίνει στην εκκλησία, όπου τον έβαζαν να διαβάζει, στη Θεία Λειτουργία, τον «Απόστολο», το κομμάτι από τις επιστολές το Αποστόλου Παύλου που διαβάζεται πριν ακουστεί το Ευαγγέλιο. Μια μέρα επιστρέφοντας από τον ναό, βρήκε στο σπίτι του διάφορους επισκέπτες. Ένας απ’ αυτούς τον ρώτησε, για να τον πειράξει: - Πες μου, πού ήσουν προτού γεννηθείς. - Μες στον νου του Θεού, απάντησε εκείνος αμέσως.

 ΣΕΦΕΡΗΣΟ Γιώργος Σεφέρης, παιδί στη Σμύρνη, άκουγε κάθε απόγευμα, την ίδια ώρα, να περνάει στο δρόμο ένας γυρολόγος που πουλούσε λαϊκά ποιητικά μυθιστορήματα: « Έχω βιβλία διάφορα! Τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα! Την Ιστορία της Γενοβέφας! Την ιστορία της Χαλιμάς...» Εκείνο που τυπώθηκε κυρίως στο νου του ήταν το όνομα του Ερωτόκριτου, ενός παλληκαριού που αγάπησε μια αρχοντοπούλα, Αρετούσα και που ο Κρητικός ποιητής Βιντσέντζος Κορνάρος έγραψε ένα ποιητικό θεατρικό έργο για την ιστορία της αγάπης τους. Ο Σεφέρης χρόνια αργότερα ασχολήθηκε, μεγάλος πια, με αυτό το σπουδαίο κείμενο της παράδοσής μας, γράφοντας μία από τις ωραιότερες μελέτες του.

ΕΛΥΤΗΣΟ Οδυσσέας Ελύτης όταν ήταν πολύ μικρός περνούσε τις διακοπές του καλοκαιριού με την οικογένειά του στις Σπέτσες, σ’ ένα σπίτι που ανήκε στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 στην ηρωίδα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ζώντας σε αυτό το νησί, παίζοντας, κολυμπώντας, με τα αδέλφια του και με άλλα παιδιά, ήρθε σε βαθιά επαφή με τις αισθήσεις και το φως των νησιών του ελληνικού καλοκαιριού, όπου βασίστηκε αργότερα όλο το ποιητικό του έργο.

Εικόνα: Ρίτσος"Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που πρωτοείδα τον Γιάννη Ρίτσο. 1924 ή 25; Μισός αιώνας και περισσότερο. Φοιτούσαμε και οι δύο στο ίδιο Γυμνάσιο, στο Γύθειο.  Εγώ πήγαινα σε κατώτερη τάξη, εκείνος στην τελευταία. Στη δική μου, ανάμεσα σε εκατό μαθητές, δεν βρισκόταν κανένα άλλο παιδί, που να μπορώ να μιλώ μαζί του για βιβλία, για ποιητές και για φιλοσόφους. Έτσι, ήταν πολύ φυσικό να ξαφνιαστώ, όταν μια μέρα, σ’ ένα διάλειμμά μας, περπατώντας στο χώρο έξω από το σχολείο, κάτω από τις μοσχοϊτιές, άκουσα τρεις νέους της τάξης του Ρίτσου να λένε, κοιτώντας κατά την προκυμαία: «Ο Γιαννούλης  γράφει ποιήματα». Κοίταξα αυτόν τον Γιαννούλη. Ήταν ένα παιδί ψηλό, λιγνό, ευγενικό, εύθραυστο, που δεν το έβλεπα πρώτη φορά. Σου τραβούσε την προσοχή, γιατί ανάμεσα στα πολλά χωριατόπουλα, με τα ακατέργαστα πρόσωπα, τα ντρίλινα ρούχα και τις φτηνές  βακετένιες  γόβες, το ξεχώριζε η μοναξιά του και η φινέτσα του. Μ΄ ένα και μόνο πρόσωπο έκανε συντροφιά. Ήταν η αδερφή του για την οποία θα έγραφε αργότερα το ελεγειακό του ποίημα Το τραγούδι της αδερφής μου. Τους συναντούσα πάντοτε στον περίπατο της προκυμαίας, που άρχιζε από το βραχίονα του νησιού της Κρανάης και τελείωνε έξω από το σχολείο μας."

Νικηφόρος Βρεττάκος «Οι μνήμες της Μονοβασιάς στην ποίηση του Ρίτσου», Νέα Δομή, 6/1976, σ. 46.